1 definition by Neil McL

Irish variation on Scottish word to 'skelp'. To schelp is to hit soundly across the back of the head or other thinly skined boney areas such as the knee or ankle with a hand or blunt instrument.
C'mere ye liitle bollix an i'll give ya a schelp of me hurley.
από Neil McL 28 Ιούνιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×