1 definition by Nemo99

Iku
1. In polite Japanese, iku means to go (somewhere)
2. In more unorthodox Japanese usage, iku means to cum.
3. A kick-ass ultimate frisbee team based in Tokyo, Japan. Most players are either English teachers, students or work in some bizarre IT sector.
1. Hiroo ni ikimasu.
2. Ah! Iku! Iku!
από Nemo99 9 Ιούνιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×