2 definitions by Niki Putnam

Top Definition
fug
To consimate a relationship or make love to a fugly human being.
Fred fugs fugly Fran on weekends and twice on Sundays.
Fred got fugged up.
#fugged #fuck #fugly #make love #fugger
από Niki Putnam 21 Μάρτιος 2007
One who repeatedly fucks fuglies.
Fred is such a fugger, he was with 8 fuglies THIS weekend!!
#fuck #fug #fugly #fugged #fred
από Niki Putnam 21 Μάρτιος 2007
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×