1 definition by Noah Judson

1. Dildo hole
2. Someone who eats a lot of dill and has a hole.
Kaven is a dillhole lover and has many strap on cocks.
από Noah Judson 22 Φεβρουάριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×