2 definitions by Noam Mann

Jos
The urge to work hard, be serious and not make jokes.
I jossed my friends since I wanted to finish our work
από Noam Mann 8 Μάρτιος 2004
Noun.
Stupidity, dumbness, unintelligent.
she's such a romy!
από Noam Mann 8 Μάρτιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×