1 definition by OG quitter

(verb): 1. the act of reversing a course of action, mission, food/drink item, and/or significant other that one has quit prior. 2. To quit the quitting process.
“Sally told me she quit talking to Josh, but now she is talking to him on the phone right now. She is totally quit-quitting."
από OG quitter 29 Δεκέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×