1 definition by OMFGCata Watcher

The act of doing something completely pointless and aimless yet totally awesome for no reason except for the shits and gigs
Ex.1 Man we were Duking around when making fun off those assholes over Xbox for 1 hour

Ex.2 Playing Duke Nukem and blowing shit up drinking beer and breaking shit and stuff
από OMFGCata Watcher 23 Ιούνιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×