1 definition by OUTOFMEMORY

1.A handler, is a term to refer to a manager who controls and writes for one or more wrestlers or valets.
2.A married man who takes advantage of his wife.
3.A man who holds on to money at the bank.
Tony Atlas is was a handler to Mark Henry. Tony Atlas wrote for Mark Henry and he just spoke it!
από OUTOFMEMORY 4 Σεπτέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×