1 definition by Owenk

Boog is a term used when drunk to describe anything you want

It can replace certain words, such as names
Boog, what you doing?

Dude, that party was boog.

How drunk is he? He's booged it.
από Owenk 5 Ιούλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×