1 definition by P_cock

The act of texting someone next to or near you about someone else slightly farther away.
- only applies if the person who is the subject of the conversation is in view and is none the wiser
Me and Alyssa were totally peacocking earlier, Meghan had no idea what was going on.
από P_cock 17 Δεκέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×