1 definition by Paul M. Williamsen

to have one's character assasinated;
as in the treatment by the U.S. Senate Judiciary Committee of Supreme Court Justice nominee Robert Bork.
You sure got borked on that deal.
από Paul M. Williamsen 26 Μάρτιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×