1 definition by Pedantic Productions

The act of shirting is to ignore/blank. Often used via Non-verbal comunication by flicking the collar of your shirt at somebody you wish to ignore.
'Motherfucker got shirted'

'That boy purely trying it but i was like SHIRTED!'

από Pedantic Productions 17 Ιανουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×