2 definitions by Pelms

A friend, buddy or companion
"What's up, pelms?"
"Laaater pelms"
από Pelms 28 Σεπτέμβριος 2007
A pipe primarily used to smoke marijuana.
A stick filled with yote.
Yo holmes, you gonna hit that yote stick?

Laaader Pelms, I hit that yote stick and am eneibed with the neibs, Schnelps.
από Pelms 17 Οκτώβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×