1 definition by Perry Octopus

1) Adjective. Stupid to the point that may cause laughter. (See Cheesy)

2) Adjective (Obsolete, 1940s)- a hopeless romantic that is eager but obviously inept.
1) Gee, this game is REALLY corny.

2) John is so corny; he tried to serenade Mary at her house by playing a bottle while she was looking out the window..
από Perry Octopus 14 Δεκέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×