1 definition by Phistandantilus

the act of ejaculating on a sexual partner's neck and chest, usually preceeded by tittyfucking.

also, a ZZ Top song about the same act.
"I was tittyfucking your mom last night. did she enjoy the Pearl Necklace I gave her?"
από Phistandantilus 21 Ιούλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×