1 definition by Pink Sven

n. "newb" one inexperienced in playing computer games, an amature with beginners luck.
v. "newbed" to be killed / defeated by a newb
adj. "newbish" of or pertaining to a newb, something a newb would do.
or
stupid
"your a newb"
"he got newbed"
από Pink Sven 3 Φεβρουάριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×