1 definition by Porkyyys Revenge!

Verb: The act of stealing or snatching ones private property when the owner happens to be present.
Jared was really wanted Austin, so he decided to ock his virginity.
από Porkyyys Revenge! 20 Μάιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×