1 definition by ProfSchmuk

To be rendered incapable of speech/movement by alcohol, analogous to the experience of being in the 'k-hole' as induced by excessive ketamine usage.
My goodness, she's deep in the a-hole after that last double vodka ginger beer.
από ProfSchmuk 26 Νοέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×