2 definitions by Pseudonym169hshdjdj

Nealo is a devious young woman who gets with boys and never talks to them again after.
That bitch totally nealo'd you
από Pseudonym169hshdjdj 5 Νοέμβριος 2013
Nealophobia is a fear of shifting.
"You won't be able to shift her, she has nealophobia"
από Pseudonym169hshdjdj 6 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×