1 definition by Psyber_0

Hucking is a term commonly used in Urban Mountain Biking or Dirt Jumping in reference to jumping up or off obsticals. Be it man made, building materials, dropoffs etc. People would take bikes and huck them off drops and stair gaps.
"I was hucking a car and biffed" (biffing= crash)
από Psyber_0 3 Αύγουστος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×