1 definition by R.T. Custard

When you take something that isn't yours; or, someone who receives something that they didn't earn.
"Hugo just donkey-snatched that girls purse"

"Sara is such a donkey-snatch; she slept with the professor to get a 4.0"
από R.T. Custard 21 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×