3 definitions by RAG

noun - unfashionable piece of clothing; something you should not be caught dead wearing.
"Where did you get that schmata?"
από RAG 12 Αύγουστος 2003
Nectar of the gods; mmm mmmm good
Beer is to humanity as Abrosia is to deity.
από rag 2 Ιούνιος 2005
One who craves pickles
E is a pickleweasel!
από RAG 9 Σεπτέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×