1 definition by ROITA

Heisting - v. the act of working well

www.misticriver.net/boards/archive/index.php/t-1058.html

Frank_the_w00tster
omg that sh!t is heisting like wh0a (crappycrappy)
από ROITA 22 Οκτώβριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×