1 definition by Race Bannon Jr

kuk
The intangible essence of a individual or object that makes it positive or negative depending on the situation. There is many varieties of kuk, usually depending on the level of moisture it maintains.
"I'm wet like kuk"
από Race Bannon Jr 22 Ιούνιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×