1 definition by RanaLanna

sam·mi/ˈsamˌmi/
plural sam·mies

Noun: Shortened version of "sammich," which is already a shortened version of "sandwich."

Using the word "sammi" usually denotes contentment, happiness, or excitement.

Note: not a woman.
Damn. That was a good sammi.

Sammies for everybody!

Person 1: "What're you eating?"
Person 2: "A peanut butter sammi c: "
από RanaLanna 14 Ιούλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×