1 definition by Raneyroo

To eat a large quantity of food (usually unhealthy food) rapidly due to extreme hunger.
I didn't have any breakfast or lunch, so I totally just slam nommed a large pizza.

Dude, I'm starving. I'm going to slam nom some pork rinds when we get home.
από Raneyroo 12 Ιούνιος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×