1 definition by Ratchet Police

1. The state or condition or being ratchet.
2. Something so weird or stupid is can be considered ratchet.
The ratchetosity of his/her demeanor makes me want to puke. Her intelligence is blinded by her ratchetosity.
από Ratchet Police 8 Ιούνιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×