1 definition by RaviS

A hoe (not ho as some idiots spell it as) is a rather promiscuous male or female who goes a roving by moonlight without staying loyal to a single relationship...a bit like Lord Byron or Nishal P.
Nishal, your such a hoe!
από RaviS 5 Ιούλιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×