1 definition by Redman of dankius

A dunda is a cigarette, or a roll up, this saying twas made one merry day by a group of merry booving boov eye a masters.
Hey man wanna go smoke a dunda

wanna bun a didley dunda bar?
από Redman of dankius 15 Ιούνιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×