1 definition by Reggie Noles

N: marijuana
V: the act of smoking marijuana
ADJ: being high on marijuana
N: Call Bob, maybe he knows where we can find some chibble.
V: Let's go over to Bone's house. Bring your pipe so we can chibble on the way.
ADJ: Look at Cali's eyes, he looks so chibbled.
από Reggie Noles 3 Νοέμβριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×