1 definition by Reverend Feltaboy

The act of wiping one's ass with the hair of the recipient of an awkward chocolate.
Being the respectable, clean individual that I am, I had to sham-póó after giving my buddy's girl an awkward chocolate.
από Reverend Feltaboy 14 Οκτώβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×