1 definition by Revlen

hm
a word mostly women use that institutes intense wonder in the guy, thus giving her such power in only one small grunt-type majiig.

It is also used to make other people wonder what you're thinking about, or is used to pretend you're listening...
guy: "I'm so sorry, I tried calling you."
girl: "hm"

από Revlen 28 Φεβρουάριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×