1 definition by Richard Park

bog
noun: A person whom you cannot identify upon, they can be a boy or girl.
Boy or Girl = bog
OH MYYYYY! Dude did you just see that bog!?
από Richard Park 23 Φεβρουάριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×