1 definition by Richard Tickler

1. The area of the body used for bongo-tapping; a combination of groin and crotch.
2. An outstanding accomplishment in life, usually making another person feel like a cock goblin in the process.
My groitch hurt after I was kicked in my ding-ding.

Hendo totally groitched Bisbing.

Happy birthday grandpa! You just got groitched.
από Richard Tickler 28 Νοέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×