1 definition by RisiCup

To spend money and buy things with endless spending
I went to the mall and splurged a knot.

I splurge for my girl. I bought everything she wanted.
από RisiCup 18 Φεβρουάριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×