1 definition by Robert Agasucci

Top Definition
A bonkers monkey. A monkey that is bonkers (mad). Good-natured term used when either 'monkey' (as in "you cheeky monkey") or 'bonkers' (as in "you must be bonkers") isn't strong enough on its own.
Rhymes with 'dOnkey', as opposed to 'mUnkey'.
Invention credited to, and first recorded use by, Afira Khan, London UK 2006.
A term of friendly abuse: "Oh, you BONKEY!"
από Robert Agasucci 3 Αύγουστος 2007
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×