1 definition by Roman Trutiak

"gonnif" a Yiddish word for "thief"
Wall Street has its share of gonnifs, dealing in stock manipulation, insider trading and phony balance sheets like enron.
από Roman Trutiak 9 Ιούλιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×