1 definition by Rugbyman949

1) Noun; One who is addicted to watching others twerk or to dancing in the style of twerking with another.
Rob: "Dude, you've went to the club the past five nights in a row..."

Sam: "I know, but I just love it when the girls twerk all up on me. I just can't resist."

Rob: "Bro, I'm going to be honest here: I think you're a twerkaholic."
από Rugbyman949 1 Νοέμβριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×