1 definition by Ryan Kelso

a. An all around hot, sweaty, and gross feeling
a.I felt very measty after running in the summer heat.

b.The 300 lb. girl in the short skirt dancing looks very measty.
από Ryan Kelso 8 Σεπτέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×