1 definition by S.A. Khan

1) noun - Number of semen emissions during an ejaculation.
2) noun - a stupid person or thing.
1)Last night I shot six schlompers while cumming, good work Honey!
2) President Bush is such a Schlomper.
από S.A. Khan 31 Αύγουστος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×