1 definition by SacTownFamous

Top Definition
Oso
The delicate art of receiving a blow job while eating a sandwich ("sammich") that was lovingly prepared by the woman performing the blow job.
I thought getting a blumpkin was good, but getting an Oso is even better! Nom, nom, nom!
#blow job #sex #blumpkin #head #sammich #food #sandwich #oso
από SacTownFamous 1 Ιανουάριος 2012
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×