1 definition by Sally, Polly and Y

Spy
A secret group which works to stop the secret orginization living inside school walls from recruiting new members, and making more big, round holes in the celing tiles
S. P. Y. *altogether* Spy.
από Sally, Polly and Y 1 Απρίλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×