2 definitions by Sam and Eric

bog
Adjective. Used to describe an african american or person of color, similar to the word nigger.
Dude, I hate that guy. He is such a goddamn bog!

You fucking bog!
από Sam and Eric 7 Μάρτιος 2005
bog
adjective- It's a fucking nigger!
YOU FUCKING BOG!

Dude, there are too many bogs, i might get shot.
από Sam and Eric 17 Μάρτιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×