1 definition by SammichEaterrr

A god among sandwiches, which will and only can be made from a female-counter part, to a male species.

Also; the exact definition in Urban Dictionary from the number one spot.
Man: Make me sammich, nao.
Woman: -Makes the orgy-like sammich-
Man: -eats sammich-
από SammichEaterrr 19 Ιανουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×