1 definition by Sarah And Kelsi

Hate- ah- block- ah- zzzzz: Hatablocka: A thick, dark pair of sunglasses worn over the eyes so you can stare up someone and block out the hate!
Shaline was walking down the street and said, " Guuurl, don't look at her that way!" But Shaneequah responded, " yo gurl, just chill, she can't see me, I got mah hatablockas on!"
από Sarah And Kelsi 13 Ιούλιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×