1 definition by Sarah Green

A shiv is a weapon made out of an commonplace object often in prison, also perhaps the origin of which is as a acronym a Self Honed Implement of Violence (SHIV).
A shiv could be a sharpened toothbrush made into a knife.
από Sarah Green 27 Ιανουάριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×