2 definitions by SatanIAm

Top Definition
To Laugh At Someone When Pain Is Inflicted.
"Oh My God, That Guy So Just Got Punched... Lolification"
#lolification #pain #laughing #at #someone
από SatanIAm 23 Ιανουάριος 2009
To Laugh Out Loud At Someone Or Something Randomly.
*A Plane Flies By*
"Lolididliyums"
#lolididliyums #randomly #lol #laugh #out #loud
από SatanIAm 25 Ιανουάριος 2009
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×