2 definitions by Scaryberry

Noun: An eldery female, usually with curled, grey-blue hair.
The bluehair cut me off in the fast lane.
από Scaryberry 21 Ιανουάριος 2004
Verb: to borrow, in a permanent manner. To borrow with neither inclination nor intent to return.
Last summer, I permaborrowed my buddy's sweater.
από Scaryberry 21 Ιανουάριος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×