1 definition by Schaefe

Noun. A combination of sarcasm and snarky, meaning a cutting remark that is especially testy.
"That's a REALLY nice Christmas sweater." Note: Amount of snarkasm can be determined in the tone and inflection.
από Schaefe 17 Δεκέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×