1 definition by Scott Rossi

the act of engaging in oral sex with a male through an opening in the throat, normally after a tracheotomy. Initially heard from a nursing home worker near Philadelphia, Pa.
The orderly was fired for allowing Peg to skronk him.
από Scott Rossi 25 Φεβρουάριος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×